Ρυθμίζοντας την Χοληστερίνη με Φυσικούς Τρόπους-Μέρος 1ο

Η χοληστερόλη ή όπως συνηθίζεται να αποκαλείται χοληστερίνη (δηλαδή με τη χημική μορφή του εστέρα της – έτσι θα την αποκαλούμε και εδώ) και τα τριγλυκερίδια είναι σημαντικά λιπίδια (λιπαρές ουσίες) στο αίμα.

Μας απασχολούν περισσότερο από κάθε άλλη χημική ουσία που κυκλοφορεί στο σώμα μας, κυρίως με την αρνητική τους πλευρά, δηλαδή τον κίνδυνο που δημιουργούν (αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου), όταν τα επίπεδά τους είναι αυξημένα.

Είναι όμως μόνο επικίνδυνες σαν ουσίες για τον οργανισμό μας; Συνήθως οι περισσότεροι το βλέπουν κάπως έτσι, σαν λίαν επικίνδυνες και καταστροφικές για τον οργανισμό.

Επειδή η πλειονότητα των χημικών ουσιών που βρίσκουμε στον οργανισμό μας έχει μία τουλάχιστον θετική πλευρά, ας δούμε πρώτα την θετική τους πλευρά.

Η χοληστερίνη παίζει βασικό ρόλο στη λειτουργία των κυττάρων, χωρίς χοληστερίνη δεν υπάρχει ζωή, καθώς αποτελεί απαραίτητο δομικό στοιχείο για την κατασκευή της μεμβράνης όλων των κυττάρων του σώματος, επίσης λαμβάνει μέρος στην δημιουργία των εγκεφαλικών και νευρικών κυττάρων (απαραίτητη για τη μυέλινη του νευρικού συστήματος. Αποτελεί πρώτη υλη  για τη σύνθεση ζωτικών στεροειδών ορμονών που σχετίζονται με την γενετική λειτουργία (οιστρογόνα, προγεστερόνη, τεστοστερόνη και κορτιζόνη, των επινεφριδίων). Αποτελεί συστατικό της χολής (λαμβάνει μέρος στην σύνθεση χολικών αλάτων, που είναι απαραίτητα για την πέψη) και  βοηθά στην απορρόφηση των λιπών και των λιποδιαλυτών βιταμινών (βιταμίνες Α, Ε, Κ κ.τλ.).

Ο οργανισμός μας επιπλέον την χρησιμοποιεί για την κατασκευή της βιταμίνης D και είναι σε θέση να παράγει όλη την ποσότητα της χοληστερίνης που χρειάζεται, αλλά επιπλέον παίρνει χοληστερίνη και από τις τροφές.

Τα τριγλυκερίδια

Τα βρίσκουμε αποθηκευμένα στον οργανισμό μας, στα λιποκύτταρα, μπορούν να αποδομηθούν και να δώσουν την απαραίτητη ενέργεια για τις μεταβολικές διεργασίες του όταν χρειασθεί. Τα τριγλυκερίδια παράγονται στο έντερο και στο ήπαρ από απλούστερες λιπαρές ενώσεις, τα λιπαρά οξέα. Ορισμένα από τα λιπαρά οξέα μπορούν να παραχθούν στον οργανισμό μας, ενώ άλλα πρέπει να ληφθούν μόνον από την τροφή (ονομάζονται απαραίτητα λιπαρά οξέα) και αποτελούν το 7% (8γρ.) του προσλαμβανομένου ημερησίου λίπους σε μία φυσιολογική διατροφή (π.χ. λινολεικό, λινολενικό που παίρνουμε από φυτά, το εικοσοπεντανοικό οξύ που παίρνουμε από τα ψάρια).

Ο οργανισμός μας το λίπος που του περισσεύει το αποθηκεύει στην κοιλιά, ή κάτω από το δέρμα στον υποδόριο ιστό, για να το χρησιμοποιήσει όταν χρειασθεί να το μετατρέψει σε ενέργεια. Επίσης, αποθηκεύει περισσευούμενο λίπος και χοληστερίνη στα αγγεία (αρτηριοσκλήρυνση) και μέσα στα όργανα (π.χ. λιπώδης εκφύλιση ήπατος). Σε αυτές τις περιπτώσεις αρχίζουν τα δυσάρεστα.

Τα λίπη και η χοληστερόλη δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν στα αγγεία και στο αίμα μας με την μορφή του λίπους, γιατί το αίμα μας είναι κυρίως νερό και επειδή το λίπος είναι αδιάλυτο στο νερό θα προκαλούσε εμβολές (απόφραξη στα μικρά αγγεία, ισχαιμία και νέκρωση ιστών). Έτσι, καθώς οι τροφές φτάνουν σταδιακά στο έντερο, όπου γίνεται και η απορρόφησή τους, τα λιπίδια -μεταξύ των οποίων και η χοληστερίνη- ενώνονται χημικά με πρωτεΐνες, δημιουργούνται μικρά σφαιρίδια (λιποπρωτεΐνες – το όχημα μεταφοράς τους). Γίνονται με αυτόν τον τρόπο υδατοδιαλυτές ενώσεις, τους δίνεται η δυνατότητα να κυκλοφορήσουν στο αίμα και να μεταφερθούν στα διάφορα μέρη του σώματος. Κατόπιν, φτάνουν στο ήπαρ, όπου υφίστανται νέα επεξεργασία και παίρνουν νέες μορφές, ώστε στη συνέχεια μέσω του αίματος να φτάσουν σε διάφορα όργανα του σώματος.

Η χοληστερόλη έπειτα από το ήπαρ μεταφέρεται στο αίμα είτε με τις υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (- HDL) είτε με τις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες, που με τη σειρά τους διασπώνται στις χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (- LDL).

Στις λιποπρωτεΐνες επομένως ανήκουν 1. τα χυλομικρά (σχηματίζονται στο έντερο, είναι κυρίως τριγλυκερίδια για να μεταφερθούν στους μυς και τα λιποκύτταρα), 2. η μετατροπή της πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (VLDL – Very Low Density Lipoproteins ) μας δίνει την χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL – Low Density Lipoproteins) και 3. η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL – Ηigh Density Lipoproteins ). Η χοληστερίνη λοιπόν μεταφέρεται σαν LDL και HDL χοληστερίνη και το άθροισμα των δύο αυτών κλασμάτων μας δίνει την ολική χοληστερίνη. Αναγνωρίζεται τώρα αυτά που μας απασχολούν στις αιματολογικές μας εξετάσεις.

Το 70% περίπου της ολικής χοληστερίνης που κυκλοφορεί στο αίμα μας είναι ενδογενούς προέλευσης, δηλαδή παράγεται από τον οργανισμό μας (από το ήπαρ), ενώ το υπόλοιπο 30% είναι εξωγενούς προέλευσης, δηλαδή προέρχεται από τη διατροφή μας.

Ο οργανισμός μας έχει την δυνατότητα να ρυθμίσει το επίπεδα των λιποπρωτεϊνών του (επομένως και τα επίπεδα των λιπιδίων) αυξάνοντας ή μειώνοντας τον ρυθμό παραγωγής του σε λιποπρωτεΐνες. Επίσης, μπορεί να ρυθμίσει την ταχύτητα εισόδου των λιποπρωτεϊνών στην κυκλοφορία του αίματος, καθώς και την απομάκρυνσή τους από την κυκλοφορία του αίματος.

Σκεφθείτε λοιπόν και σημειώστε με μεγάλα γράμματα το πόσο σημαντικό είναι να λειτουργεί «καλά» ο οργανισμός μας, όπου καλή λειτουργία σημαίνει και καλή ρύθμιση των τιμών της χοληστερίνης.

Οι τιμές της χοληστερίνης μπορεί να διαφέρουν από μέρα σε μέρα περίπου 10% και των τριγλυκεριδίων έως 25%. Χρειάζεται επίσης νηστεία 12 περίπου ωρών πριν την εξέταση.

Οι τιμές γίνονται μη φυσιολογικές όταν δεν μπορεί να τις ρυθμίσει πλέον ο οργανισμός μας με τις επιβαρύνσεις και την φθορά του καθώς γερνάμε, μπορεί όμως να υπεισέρχονται και γονιδιακές αιτίες (κληρονομική χολιστεριναιμία, χαρακτηριζόμενη από μετάλλαξη γονιδίων), η χρήση ορισμένων φαρμάκων, ο τρόπος διαβίωσης και η διατροφική μας συμπεριφορά (κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζωικών λιπών, αποφυγή και έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, αύξηση του σωματικού βάρους πάνω από το φυσιολογικό κτλ.).

Οι λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας (LDL), η λεγόμενη και «κακή χοληστερίνη» μεταφέρουν χοληστερίνη από το ήπαρ στους ιστούς, σε κύτταρα που την έχουν ανάγκη και δεν μπορούν να παράγουν ικανοποιητικές ποσότητες από μόνα τους (αποτελούν περίπου το 70% της χοληστερίνης του αίματος). Μπορεί να εναποτεθεί στα αγγεία, αν η τιμή της είναι υψηλή, και να δημιουργήσει αθηρωματώδη πλάκα, αρτηριοσκλήρυνση με κατάληξη την στένωση των αγγείων.

Το υπόλοιπο μικρότερο ποσοστό (30%) ή λεγόμενη και «καλή χοληστερίνη» μεταφέρεται σε λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας (HDL), από τους ιστούς όμως προς το ήπαρ για αποβολή. Στην διαδρομή της προς το ήπαρ έχει την δυνατότητα να αφαιρέσει χοληστερίνη που περισσεύει στους ιστούς και στα τοιχώματα των αγγείων και να λειτουργήσει προστατευτικά για τον οργανισμό μας εξ ου και «καλή χοληστερίνη».

Για τον λόγο αυτό τα υψηλά επίπεδα LDL συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο, ενώ τα υψηλά επίπεδα της HDL παρέχουν προστασία στον οργανισμό από τον κίνδυνο της αθηρωμάτωσης των αγγείων, που έχει σαν επακόλουθο τα καρδιακά ή εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ τα χαμηλά επίπεδα της αυξάνουν τον κίνδυνο.

Ο αθηρωματικός δείκτης (αναφέρεται και αυτός στις εξετάσεις αίματος) είναι το κλάσμα που έχει στον αριθμητή του την ολική χοληστερίνη του αίματος, ενώ στον παρανομαστή την HDL χοληστερίνη. Το κλάσμα αυτό όσο μικρότερες τιμές έχει τόσο καλύτερη προστασία παρέχεται στο καρδιαγγειακό μας σύστημα. Οι φυσιολογικές τιμές του αθηρωματικού δείκτη είναι μικρότερες του 5-4,5, αν και οι ιδανικές τιμές προσεγγίζουν το 2-3.

Φυσιολογικές Τιμές

Οι φυσιολογικές τιμές μειώθηκαν τα τελευταία έτη σήμερα ισχύουν τα κατωτέρω

Ολική Χοληστ. μικρότερη από 200 mg/dl = φυσιολογική αποδεκτή τιμή

Ολική. Χοληστ. 200-239 mg/dl = Οριακά υψηλή

Ολική Χοληστ. μεγαλύτερη από 240 mg/dl = Υψηλή

HDL μικρότερη από 40 mg/dl = Παράγοντας κινδύνου

HDL 40-60 mg/dl = Ικανοποιητική τιμή

HDL μεγαλύτερη από 60 mg/dl = Καρδιοπροστατευτική τιμή

LDL μικρότερη από 130 mg/dl = Ικανοποιητική τιμή

Τριγλυκερίδια μικρότερη από 200 ή 140mg/dl κατ΄άλλους = Επιθυμητή τιμή

Τριγλυκερίδια μεγαλύτερη από 500 mg/dl = Κίνδυνος παγκρεατίτιδας

Αθηρωματικοί Δείκτης = (Ολική χοληστερίνη/HDL)

Τιμή μεγαλύτερη από 5 = Μεγάλος κίνδυνος

Τιμή μεταξύ 4 – 5 = Μέτριος κίνδυνος

Τιμή μικρότερη από 4 = Μικρός

Δεν είναι όμως το απλά τα πράγματα. Αν υπάρχουν υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης (παράγωγο μεταβολισμού της μεθειωνίνης) στο αίμα τότε φαίνεται να είναι το κύριο αίτιο των καρδιοπαθειών αλλά και πολλών άλλων δυσλειτουργιών και οξειδωτικού στρες στον οργανισμόκαι όχι η χοληστερίνη. Θρεπτικά στοιχεία όπως φολικό οξύ, Β12 και Β6 βελτιώνουν τις υψηλές τιμές.

Επίσης, παθολογικές τιμές C-αντιδρώσα πρωτεΐνης (CRP είναι ένας δείκτης φλεγμονής στον οργανισμό μας) ενοχοποιούνται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο. Πιστεύεται ότι συνδέεται με την εμφάνιση φλεγμονής που αυξάνει την πιθανότητα για εμφάνιση αθηροσκλήρωσης των αιμοφόρων αγγείων.

Τα άτομα που καπνίζουν, οι υπέρβαροι, αυτοί με ψηλή πίεση και αυτοί που δεν ασκούνται τείνουν να έχουν ψηλή CRP. Οι αθλούμενοι έχουν συνήθως χαμηλότερη CRP.

Οι ασθενείς με ψηλή CRP, αλλά χαμηλή κακή χοληστερόλη LDL, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτούς με ψηλή LDL και χαμηλή CRP. Η αθηροσκλήρωση που προκαλεί τη συσσώρευση της χοληστερόλης στα αιμοφόρα αγγεία, είναι ένα είδος φλεγμονής.

Σχεδόν 50% των καρδιακών προσβολών και των εγκεφαλικών επεισοδίων, συμβαίνουν σε άτομα που φαινομενικά είναι υγιή και έχουν κανονικά ή ακόμη χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης  H μέτρηση της CRP δεν αντικαθιστά αυτήν της χοληστερόλης. Υπάρχουν επίσης και άλλοι εξειδικευμένοι μεταβολικοί δείκτες που ελέγχονται σε άτομα υψηλού κινδύνου.

Συμπτωματολογία της υπερχοληστεριναιμία

Από κλινική άποψη η ίδια η αυξημένη χοληστερόλη δεν δίνει συμπτώματα. Σε λίγες περιπτώσεις θα εμφανιστούν ξανθώματα, δηλαδή κιτρινωπά επάρματα στο δέρμα. Στην πλειονότητα όμως τα συμπτώματα θα προέλθουν από τις επιπλοκές της υπερχοληστερολαιμίας, όπως έμφραγμα, εγκεφαλικό και περιφερική αρτηριοπάθεια.

Επομένως, η έγκαιρη διάγνωση είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Δεν υπάρχει καθολική συμφωνία ως προς την συχνότητα ελέγχου, αλλά θεωρείται απαραίτητος ένας πρώτος προληπτικός έλεγχος στην ηλικία των 20 ετών. Σε μεγαλύτερες ηλικίες συνίσταται έλεγχος ανά πενταετία, ενώ άτομα με αυξημένο κίνδυνο πρέπει να ελέγχονται συχνότερα.

Η επίδραση της πρόσληψης χοληστερίνης και κεκορεσμένων λιπαρών από την διατροφή

Κάθε άτομο αντιδρά διαφορετικά στην χοληστερίνη της διατροφής με βάση το είδος των λιπών που καταναλώνει όσο και την κληρονομική του ανταπόκριση σε αυτή. Παλαιά πίστευαν ότι καταναλώνοντας τροφές με χοληστερίνη ανέβαινε η χοληστερίνη στο αίμα. Τώρα ξέρουμε ότι η συμμετοχή της διατροφής παίζει μεν ρόλο, αλλά δεν τόσο σημαντικός αρκεί να μην γίνονται υπερβολές.

Πέρα από αυτό, καλό είναι να αποφεύγετε τις μεγάλες ποσότητες χοληστερίνης από την διατροφή. Η πρόσληψη μεγάλης ποσότητος προκαλεί διακοπή της λειτουργίας των υποδοχέων LDL στο ήπαρ. Η λειτουργία των υποδοχέων αυτών έχει να κάνει με την απομάκρυνση της χοληστερίνης από την κυκλοφορία του αίματος. Επομένως, όσο λιγότεροι υποδοχείς δουλεύουν τόσο περισσότερη χοληστερίνη θα παραμένει στην κυκλοφορία του αίματος με όλα τα επακόλουθα.

Οι τροφές που είναι πλούσιες σε κορεσμένα λιπαρά οξέα, όπως και τα ζωικά λίπη που είναι ιδιαίτερα πλούσια σε αυτά, αυξάνουν την ενδογενή παραγωγή χοληστερίνης από το ήπαρ. Αυτό σημαίνει ότι μια διατροφή μπορεί να περιέχει ελάχιστη χοληστερίνη, αλλά να είναι πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά οξέα και να οδηγεί σε αύξηση της χοληστερίνης στο αίμα. Αν μια διατροφή είναι πλούσια σε χοληστερίνη και σε κορεσμένα ζωικά λίπη, όπως συμβαίνει συχνά, πραγματικά απογειώνει τα επίπεδα της χοληστερίνης.

Θεραπευτική προσέγγιση

Ο στόχος της όποιας θεραπείας δεν είναι μόνο η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, αλλά και η αύξηση της HDL.

Σύμφωνα με μελέτες, ακόμα και μικρές αυξήσεις στις τιμές της ΗDL της τάξης του 1mg/dl οδηγούν σε σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου (έως και 4%).

Χρειάζονται μικρές αλλά ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής σας:

* Να ασκήστε συστηματικά (ενδείκνυται ακόμα και απλό βάδισμα για 60 λεπτά καθημερινά). Η έλλειψη άσκησης επίσης μειώνει την HDL και αυξάνει την LDL.

* Αν είστε υπέρβαροι σύμφωνα με τον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) Ελαττώστε το βάρος σας. Η παχυσαρκία μειώνει τα επίπεδα της HDL και αυξάνει την LDL.

* Διακόψτε το κάπνισμα (παρατηρείται αύξηση της HDL κατά 15% μετά τη διακοπή του καπνίσματος, μείωση του CRP και του οξειδωτικού στρες από τις ελεύθερες ρίζες που λαμβάνεται από το κάπνισμα).

* Αποφύγετε τις λιπαρές τροφές όπως αρνί, χοιρινό, αλλαντικά, κακάο, γαλακτοκομικά με όλα τα λιπαρά, αλλά και την κατανάλωση υπερβολικών ποσοτήτων υδατανθράκων, διότι η περίσσεια μετατρέπεται στον οργανισμό σε λίπος.

Αντίθετα, οι φυτικές τροφές δεν έχουν χοληστερόλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι αν τρώτε μόνο φυτικές τροφές θα είναι φυσιολογικές οι τιμές στις εξετάσεις σας, γιατί μπορεί να κάνετε υπερβολή στην πρόσληψη μεγάλη ποσότητος τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη

* Προτιμήστε το ελαιόλαδο σε σχέση με άλλα λιπαρά και αποφύγετε το τσιγάρισμα των τροφών.

* Προτιμήστε ξηρούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα, σε μικρές ποσότητες και μικρά ψαράκια περιέχουν το πολυακόρεστο λίπος (τα ζωτικά λιπαρά), τα οποία είναι χρήσιμα για το σώμα, διότι το σώμα δεν μπορεί να τα συνθέσει και πρέπει να το πάρουμε από την διατροφή μας. Τα ζωτικά λιπαρά είναι επίσης απαραίτητα και για το νευρικό σύστημα, και πολλές νευρολογικές διαταραχές οφείλονται στην χρόνια έλλειψη τους. Το πιο σημαντικό είναι ότι ισορροπούν τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και της χοληστερίνης στο αίμα προστατεύοντας την καρδιά και βοηθώντας το σώμα να καίει πιο αποτελεσματικά τις θερμίδες.

* Καταναλώστε όσπρια τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

* Η κατανάλωση μικρής ποσότητας οινοπνεύματος (ένα ποτηράκι του κρασιού την ημέρα) φαίνεται ότι βοηθά στην αύξηση της HDL. Προσοχή, όμως, γιατί μεγαλύτερες ποσότητες μπορεί να έχουν αρνητικά αποτελέσματα.

Επιλύστε όταν συνυπάρχουν παθήσεις, Μεταβολικά σύνδρομα – Διαβήτης, υπέρταση, μεταβολικό σύνδρομο, υποθυρεοειδισμός κ.ά

Παράγοντες τους οποίους δεν μπορούμε να τροποποιήσουμε είναι:

-Κληρονομικότητα – Ορισμένοι άνθρωποι είναι γενετικά προγραμματισμένοι να παράγουν περισσότερη χοληστερόλη

-Ηλικία – Με την πάροδο του χρόνου, αυξάνονται τα επίπεδα της χοληστερόλης

-Φύλο – Οι άνδρες γενικά έχουν υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης, αλλά η διαφορά εξισώνεται μετά την εμμηνόπαυση

Αντιλιπιδαιμική αγωγή

Οι πιο γνωστές κατηγορίες αντιλιπιδαιμικών φαρμάκων είναι οι στατίνες και οι φιμπράτες. Πριν σκεφθείτε την φαρμακοθεραπεία βεβαιωθείτε ότι προσπαθήσατε σωστά να λύσετε το πρόβλημα με την αλλαγή του τρόπου ζωής.

Τελειώνοντας θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η έλλειψη γενετικής προδιάθεσης που το καθιστά φαινομενικά άτρωτο σε παθήσεις, μπορεί να το αποκοιμίσει όσον αφορά την σπουδαιότητα της διατροφής και του τρόπου ζωής στη διατήρηση της υγείας του και να το οδηγήσει σε επιλογές που θα του φθείρουν τον οργανισμό χρονικά με αποτέλεσμα την εμφάνιση σοβαρών παθήσεων. Ενώ η ύπαρξη γενετικής προδιάθεσης μπορεί να προειδοποιήσει το άτομο και να το οδηγήσει στις σωστές διατροφικές επιλογές με αποτέλεσμα να θωρακίσει τον οργανισμό και να αποφύγει την εμφάνιση παθογένεσης.

Κάνοντας αλλαγές στον τρόπο ζωής και διατροφής για την ρύθμιση

της χοληστερίνη σας

Έρευνες δείχνουν ότι 80% του κινδύνου για εκδήλωση στεφανιαίας νόσου, μπορεί να μειωθεί με απλές αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως:

•           Επιλογή υγιεινής και ισορροπημένης διατροφής,

•           Περισσότερη σωματική δραστηριότητα

•           Διατήρηση φυσιολογικού βάρους

•           Αποφυγή καπνίσματος

•           Λιγότερο άγχος

Ματίνα Χρονοπούλου

Φυσικοπαθητικός

%d bloggers like this: